Lifestyle

Μαίρη Χρονοπούλου: Τρία χρόνια χωρίς τη μεγάλη ντίβα του ελληνικού σινεμά που θυμάται όλη η Ελλάδα

Μαίρη Χρονοπούλου: Τρία χρόνια χωρίς τη μεγάλη ντίβα του ελληνικού σινεμά που θυμάται όλη η Ελλάδα

«Στο ένα χέρι το τσιγάρο, στο άλλο το μπεγλέρι» ή του «Του αγοριού απέναντι πείτε του πως το θέλω». Ποιος δεν θυμάται τη Μαίρη Χρονοπούλου ως την ακαταμάχητη πρωταγωνίστρια στο «Μια Κυρία στα Μπουζούκια», να τραγουδά με εκείνη τη χαρακτηριστική, αισθαντική φωνή και να χορεύει πότε τσιφτετέλι και πότε ένα απίστευτο ζεϊμπέκικο.

Τρία χρόνια συμπληρώνονται από τον θάνατο της μεγάλης ντίβας του παλιού ελληνικού σινεμά, Μαίρης Χρονοπούλου. Στις 6 Οκτωβρίου 2023, σε ηλικία 90 ετών, η σπουδαία ηθοποιός έφυγε από τη ζωή, έχοντας νοσηλευτεί διασωληνωμένη στον «Ευαγγελισμό», μετά το σοβαρό ατύχημα που είχε στο σπίτι της.

Έφυγε έχοντας αφήσει πίσω της μια ζωή γεμάτη φως και σκιά, έρωτες, επιτυχίες, μεγάλες συνεργασίες, μοναξιά, προσωπικές μάχες και ανατροπές. Μια ζωή που η ίδια είχε χαρακτηρίσει, με τον δικό της μοναδικό τρόπο, «χορτασμένη».

Και σαν μια τελευταία πράξη αγάπης, αποφάσισε να αφήσει ολόκληρη την περιουσία της στο «Χαμόγελο του Παιδιού», σε μια κίνηση που φανέρωνε την ιδιαίτερη αγάπη της για τα παιδιά, τα οποία δεν κατάφερε να αποκτήσει.

Η Μαίρη Χρονοπούλου δεν υπήρξε απλώς μία από τις μεγάλες σταρ του ελληνικού κινηματογράφου. Υπήρξε μια ολόκληρη εποχή. Μια γυναίκα με ξεχωριστή παρουσία, έντονο ταμπεραμέντο και μια φινέτσα που δεν αντιγραφόταν.

Μπορούσε να είναι η μοιραία γυναίκα, η δυναμική ντάμα, η ευαίσθητη ηρωίδα, η κωμική πρωταγωνίστρια, αλλά και η ώριμη δραματική ηθοποιός που μπορούσε να σταθεί με την ίδια άνεση απέναντι στην κάμερα ενός εμπορικού κινηματογράφου ή ενός δημιουργού όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Η ντίβα της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου

Γεννημένη στην Αθήνα το 1933, η Μαίρη Χρονοπούλου διακρίθηκε στο θέατρο, στον κινηματογράφο αλλά και στο τραγούδι. Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση έγινε το 1954, όταν ακόμη ήταν φοιτήτρια, ως κομπάρσος στο «Χαρούμενο Ξεκίνημα» του Ντίνου Δημόπουλου, παραγωγής της Φίνος Φιλμ. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα πάρει έναν μικρό ρόλο στο «Τελευταίο Ψέμα» του Μιχάλη Κακογιάννη.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όμως, όλα θα αλλάξουν. Η Χρονοπούλου θα εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες πρωταγωνίστριες της εποχής, συμμετέχοντας σε πλήθος δραματικών και κοινωνικών ταινιών. Η επιβλητική της παρουσία, η χαρακτηριστική φωνή, η κομψότητα αλλά και το δυναμικό της βλέμμα την καθιστούν ιδανική πρωταγωνίστρια δίπλα στους μεγάλους άνδρες σταρ της εποχής: τον Νίκο Κούρκουλο, τον Φαίδωνα Γεωργίτση, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, τον Γιώργο Φούντα, τον Αλέκο Αλεξανδράκη και τον Κώστα Καζάκο.

Ήταν η γυναίκα που δεν περνούσε απαρατήρητη. Η ντάμα, η μοιραία, η ανεξάρτητη γυναίκα. Μια φιγούρα που έμοιαζε να έχει βγει από μια άλλη εποχή, αλλά ταυτόχρονα ήταν εκπληκτικά σύγχρονη.

Ανάμεσα στις σημαντικότερες ερμηνείες της ξεχωρίζει εκείνη στα «Κόκκινα Φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη, ταινία που ήταν υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας το 1964.

Ακολούθησαν δεκάδες συμμετοχές σε ταινίες που άφησαν εποχή, μεταξύ άλλων τα «Πολύ Αργά για Δάκρυα», «Οι Αδίστακτοι», «Κοινωνία Ώρα Μηδέν», «Η Λεωφόρος του Μίσους» και «Ορατότης Μηδέν». Όμως η Χρονοπούλου δεν εγκλωβίστηκε ποτέ σε μία εικόνα.

Ενώ είχε ήδη καθιερωθεί ως μεγάλη σταρ, τόλμησε να δοκιμάσει διαφορετικούς ρόλους και να αποδείξει ότι πίσω από τη λαμπερή κινηματογραφική περσόνα υπήρχε μια ηθοποιός με πολύ μεγαλύτερο ερμηνευτικό εύρος.

Η Μαίρη Χρονοπούλου με τον Τάκη Ζαχαράτο
Η Μαίρη Χρονοπούλου με τον Τάκη Ζαχαράτο / NDP

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος την επέλεξε για δύο σημαντικές ταινίες του, τους «Κυνηγούς» και το «Ταξίδι στα Κύθηρα», δίνοντάς της την ευκαιρία να αποκαλύψει μια διαφορετική πλευρά της υποκριτικής της.

Το 1987 κέρδισε το Βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία της στα «Παιδιά της Χελιδόνας» του Κώστα Βρεττάκου.

Και χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2021, η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου την τίμησε με το Βραβείο Συνολικής Προσφοράς στα Βραβεία Ίρις.
Παραλαμβάνοντάς το, συγκινημένη, είπε: «Τον κινηματογράφο τον λάτρεψα από την πρώτη στιγμή κι αυτός με αγάπησε με τη σειρά του». Και λίγο αργότερα, με το γνωστό της χιούμορ, πρόσθεσε: «Δείξτε μου έναν άνθρωπο που να μην του αρέσει να παίρνει βραβεία και θα σας δείξω έναν μεγάλο ψεύτη».

Στο τέλος, μίλησε για το χειροκρότημα που δέχθηκε εκείνο το βράδυ, καθώς ανέβηκε στη σκηνή με μπαστούνι: «Αυτό το χειροκρότημα το δέχομαι για το ότι μετά από τόσα χρόνια ανέβηκα και πάλι στη σκηνή».

Η ηθοποιός που έκανε θραύση στα μιούζικαλ

Αν όμως υπάρχει ένα κεφάλαιο της κινηματογραφικής της διαδρομής που παραμένει βαθιά χαραγμένο στη συλλογική μνήμη, αυτό είναι το ελληνικό μιούζικαλ. Τρία μιούζικαλ ήταν αρκετά για να δημιουργήσει εικόνες που δεν έσβησαν ποτέ.

Στο «Μια Κυρία στα Μπουζούκια», με το επικό μαύρο φόρεμα με βαθύ σκίσιμο μπροστά, λέει «Μαέστρο ζεμπεκιά», τραγουδά «Του αγοριού απέναντι πείτε του πως το θέλω» και γίνεται μία από τις πιο αναγνωρίσιμες γυναικείες παρουσίες του ελληνικού σινεμά.

Στην ίδια ταινία η Μαίρη Χρονοπούλου μαγεύει και με ένα σπουδαίο τσιφτετέλι – το οποίο χόρεψε ενώ ήταν μεθυσμένη. Ο λόγος για το τραγούδι που ερμηνεύει πάλι εκείνη: «Είμαι γυναίκα του γλεντιού».

Στην σκηνή η ηθοποιός έχει… πήξει και αγανακτήσει σε μια σύσκεψη που γίνεται στο σπίτι της με τα στελέχη της εταιρείας της. Φοράει ένα πράσινο εντυπωσιακό φόρεμα. Ανάβει ένα τσιγάρο. Το κρατάει στο ένα χέρι της. Στο άλλο κρατάει ένα μπεγλέρι. Και τα δυο αυτά αντικείμενα ήταν σχετικά με τον πιο μυθικό στίχο του τραγουδιού, που λέει: «Στο ‘να χέρι το τσιγάρο, στ’ άλλο χέρι το μπεγλέρι». Και ξεκινάει να χορεύει.

Το ωραίο είναι ότι αυτός ο χορός κρύβει ένα απίστευτο παρασκήνιο, που είχε αποκαλύψει ο στενός φίλος της Μαίρης Χρονοπούλου, Μάκης Δελαπόρτας, σε εκπομπή της ΕΡΤ πριν 2 χρόνια. Η ηθοποιός δεν ήθελε να χορέψει με τίποτα αυτό το τσιφτετέλι στην ταινία.

Από την μια θεωρούσε ότι θα έκανε κακό στο ίματζ της, καθώς ήταν μια ποιοτική και δραματική ηθοποιός. Από τη άλλη, η συντηρητική μητέρα της, που είχε μάθει για την σκηνή που θα γυριζόταν, της είχε πει να μη χορέψει τσιφτετέλι.

Η Μαίρη Χρονοπούλου επέμενε λοιπόν ότι δεν θα το χορέψει. Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Γιάννης Δαλιανίδης, όμως, δεν δεχόταν το «όχι» της με τίποτα.

Τελικά η ηθοποιός είδε κι αποείδε και αποφάσισε να το χορέψει. Μόνο όμως, υπό την επήρρεια αλκοόλ. Θεωρούσε ότι έτσι θα ξεπερνούσε τις αναστολές της. Και έτσι έκανε τελικά. Ήπιε κονιάκ, μέθυσε και χόρεψε με μοναδικό τρόπο το τσιφτετέλι.

Ο Μάκης Δελαπόρτας είχε πει για εκείνη την σκηνή: «Για να πει την “Γυναίκα του Γλεντιού”, έγινε ντίρλα. Δεν το ξέρει ο κόσμος. Πήρε μια πορτοκαλάδα, την άδειασε κι έβαλε κονιάκ.

Στις «Θαλασσιές τις Χάντρες» τραγουδά το «Έκλαψα χθες», ενώ στις «Γοργόνες και Μάγκες» χορεύει το «Τόσα καλοκαίρια» μαζί με τον Λάκη Κομνηνό.

Η Μαίρη Χρονοπούλου
Η Μαίρη Χρονοπούλου / NDP

Η φωνή, η κίνηση, το βλέμμα, το μπρίο και εκείνη η μοναδική αίσθηση αυτοπεποίθησης αρκούσαν για να γεμίσει την οθόνη.

Πίσω όμως από τη λαμπερή εικόνα της σταρ υπήρχε μια γυναίκα που χρειάστηκε να δώσει πολλές μάχες για να κερδίσει την προσωπική της ελευθερία.

Ο πατέρας της έφυγε από το σπίτι όταν εκείνη ήταν μόλις 8 ετών. Μεγάλωσε σε ένα αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον, με μια πολύ αυστηρή μητέρα και μια Γερμανίδα νταντά.

Η ίδια είχε μιλήσει με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τα παιδικά της χρόνια: «Ήμουν ένα παιδί καταπιεσμένο από τη φαμίλια, από τη Γερμανίδα νταντά, από μία μαμά πολύ αυστηρή».

Η μεγάλη της επανάσταση ήρθε στα 28 της.

Όταν απέκτησε οικονομική ανεξαρτησία, νοίκιασε το δικό της σπίτι, αγόρασε αυτοκίνητο και έφυγε από το πατρικό της. «Απερίγραπτο συναίσθημα να ανοίγεις την πόρτα του δικού σου σπιτιού», είχε περιγράψει.

«Η ανεξαρτησία, η αυτοτέλεια, η αυτονομία είναι ωραίο πράγμα, είναι μαγεία. Ειδικά όταν έχεις στερηθεί τόσο πολύ», είχε πει.

«Ήμουν πάντα ο άντρας της ζωής μου»

Η Μαίρη Χρονοπούλου έζησε και αγάπησε με τους δικούς της όρους.

«Ήμουν πάντα ο άντρας της ζωής μου», έλεγε χαρακτηριστικά.

Γεύτηκε τον έρωτα, έκανε σχέσεις, αρραβωνιάστηκε, παντρεύτηκε, αλλά ποτέ δεν άφησε τον εαυτό της να χαθεί μέσα σε μια σχέση.

Ανάμεσα στους άνδρες που πέρασαν από τη ζωή της ήταν ο Ανδρέας Μπάρκουλης, με τον οποίο είχε αρραβωνιαστεί, ενώ το 1975 παντρεύτηκε τον τότε δήμαρχο Σπάτων και μετέπειτα βουλευτή Δημήτρη Μπότσαρη.

Ο γάμος, ωστόσο, δεν κράτησε για πολύ. «Ήθελα να μαζευτώ στον πύργο μου, σε ένα τεράστιο σπίτι. Γύρευα να φύγω από το περιβάλλον που είχα ζήσει, να γίνω νοικοκυρά», είχε πει για εκείνη την περίοδο.

Για τους άνδρες και τις σχέσεις της μιλούσε πάντα χωρίς φόβο και χωρίς να απολογείται.

«Δεν έχω χαριστεί σε κανέναν. Ούτε σε εκδότη, ούτε σε παραγωγό», είχε δηλώσει.

Και αν υπήρχε ένας άνδρας που ξεχώριζε στη ζωή της όχι ως έρωτας αλλά ως βαθιά σχέση ζωής, αυτός ήταν ο Νίκος Κούρκουλος.

Η φιλία τους ήταν μακροχρόνια και βαθιά. Η ίδια έβλεπε στο πρόσωπό του κάτι από τον πατέρα και τον αδελφό που θα ήθελε να είχε στη ζωή της.

«Ήμασταν αδέρφια. Μου παρείχε προστασία, σκοτωνόταν για εμένα και το είχα ανάγκη αυτό», είχε εξομολογηθεί.

Η ζωή, όμως, δεν της χάρισε μόνο επιτυχίες.

Το 1999 ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα άλλαξε δραματικά την καθημερινότητά της και της άφησε σοβαρά κινητικά προβλήματα.

Χρόνια αργότερα, το 2020, κόντεψε να καεί ζωντανή μέσα στο σπίτι της. Η φωτιά στο σπίτι της θα την οδηγήσει ξανά στο νοσοκομείο, αυτή τη φορά με σοβαρά εγκαύματα και μια μακρά περίοδο αποκατάστασης. Η ίδια περιέγραψε το τι πέρασε:

«Έσκυψα να δω πάνω από ένα κερί, άρπαξε φωτιά η μπλούζα και με έκαψε ολόκληρη. Έκανα 11 εγχειρήσεις. Τέτοιοι πόνοι, να θες να πεθάνεις και να μην πεθαίνεις», είπε η Μαίρη Χρονοπούλου.

Την 1η Οκτωβρίου 2023 η Μαίρη Χρονοπούλου βρέθηκε στο πάτωμα του σπιτιού της στην Παιανία από την οικιακή της βοηθό. Πέντε ημέρες αργότερα κατέληξε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός».

Συγγενείς και στενοί φίλοι είπαν το τελευταίο «αντίο» με ένα μεγάλο «πάρτι» στο σπίτι της στην Παιανία και αμέσως μετά έγινε και η αποτέφρωσή της στη Ριτσώνα. Όπως ακριβώς είχε ζητήσει.

«Έτσι θα είναι το δικό μου “φινάλε”, το τελευταίο μου “πάρτι”. Χωρίς φέρετρο, όλα λευκά. Κανείς δεν θα ξέρει που θα βρίσκομαι. Το τελευταίο «πάρτι» μου έχει άλλο πλάνο. Η καύση είναι ένας εξαγνισμός!» έγραφε η σχετική ανακοίνωση για την τελευταία επιθυμία της Μαίρης Χρονοπούλου.

Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο τμήμα ανθρωποκτονιών, προκειμένου να ερευνηθούν οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου της.

To άρθρο Μαίρη Χρονοπούλου: Τρία χρόνια χωρίς τη μεγάλη ντίβα του ελληνικού σινεμά που θυμάται όλη η Ελλάδα δημοσιεύτηκε στο NewsIT .

Διαβάστε περισσότερα στο Lifestyle – NewsIT