Blog
Καταγγελία Τσίπρα για τη μεγάλη «μπίζνα» του κυβερνητικού cloud: Όροι που «φωτογραφίζουν» έναν μόνο υποψήφιο
Την ώρα που η κυβέρνηση προβάλλει το «ψηφιακό κράτος» ως μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις της, ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, μέσω του Ινστιτούτου του, καταγγέλλει μια διαδικασία που εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τον νέο διαγωνισμό του κυβερνητικού cloud.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, το Δημόσιο μεταφέρει ολοένα περισσότερες κρίσιμες λειτουργίες του σε ιδιωτική πολυεθνική πλατφόρμα, χωρίς να έχει διασφαλίσει πραγματικό ανταγωνισμό ή αξιόπιστο σχέδιο απεμπλοκής. Η διαδικασία εμφανίζεται «ανοικτή» μόνο κατ’ όνομα, καθώς η πλατφόρμα φέρεται ήδη επιλεγμένη, οι τεχνικές και οικονομικές προϋποθέσεις περιορίζουν δραστικά τον αριθμό των υποψηφίων και το κόστος μπορεί να φτάσει τα 235,5 εκατ. ευρώ από εθνικούς πόρους, χωρίς δημοσιευμένη σύγκριση με άλλες λύσεις.
Η δημόσια διαβούλευση της Κοινωνίας της Πληροφορίας αφορά υπηρεσίες δημόσιου υπολογιστικού νέφους για το G-Cloud και το H-Cloud και χρηματοδοτείται πλέον από εθνικούς πόρους. Η ύπαρξη και η δεκαπενθήμερη διάρκεια της διαδικασίας επιβεβαιώνονται από την ίδια την αναθέτουσα αρχή. Η «flash ανάλυση» του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα περιγράφει έναν διαγωνισμό που, κατά τους συντάκτες της, είναι ανοικτός μόνο στα χαρτιά, καθώς κατονομάζει συγκεκριμένη πλατφόρμα, σωρεύει ιδιαίτερα περιοριστικά κριτήρια και ζητά ακόμη και στέλεχος που είχε συμμετάσχει στο προηγούμενο έργο. Πρόκειται, σύμφωνα με την καταγγελία, για διαδικασία που δημιουργεί υπόνοιες προειλημμένης ανάθεσης.
Ένα «επείγον» που κατασκευάστηκε επί τρία χρόνια
Η προηγούμενη σύμβαση είχε υπογραφεί τον Ιούνιο του 2023. Η ημερομηνία λήξης της ήταν γνωστή εξαρχής. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώνει το Ινστιτούτο, χρειάστηκαν εννέα τροποποιήσεις και αλλεπάλληλες παρατάσεις, μέχρι η τελευταία να εκπνεύσει στις 31 Ιουλίου 2026.Η διαβούλευση για τη διάδοχη σύμβαση άνοιξε στις 21 Ιουλίου και ολοκληρώνεται στις 5 Αυγούστου. Δηλαδή, η κυβέρνηση άφησε την κεντρική συμβατική κάλυψη να λήξει ενώ η νέα διαδικασία βρισκόταν ακόμη στο προκαταρκτικό της στάδιο. Αυτό είναι το πρώτο κρίσιμο πολιτικό ερώτημα. Γιατί μια κυβέρνηση που γνώριζε επί τρία χρόνια την ακριβή ημερομηνία λήξης έφτασε στο παρά πέντε;
Η επίκληση του κατεπείγοντος δεν μπορεί να είναι απάντηση όταν το επείγον δημιουργείται από την ίδια την αναθέτουσα αρχή. Αντιθέτως, δημιουργεί έναν μηχανισμό πολιτικού εκβιασμού αφού είτε υπογράφεται γρήγορα η νέα δέσμευση είτε τίθεται σε κίνδυνο η λειτουργία κρίσιμων κρατικών υπηρεσιών. Όταν στο νέφος βρίσκονται η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και οι συντάξεις, η φράση «δεν υπάρχει χρόνος» μετατρέπεται σε πανίσχυρο εργαλείο επιβολής τετελεσμένων.
Ο διαγωνισμός που ονοματίζει την πλατφόρμα
Σύμφωνα με την ανάλυση του Ινστιτούτου, η λέξη «Microsoft» εμφανίζεται 38 φορές στο τεύχος και η λέξη «Azure» 26 φορές. Αντίθετα, άλλες πλατφόρμες ή ανοικτές τεχνολογίες δεν αναφέρονται. Ο πίνακας οικονομικής προσφοράς περιλαμβάνει συγκεκριμένα «υπηρεσίες νέφους Microsoft Azure», προϋπολογισμού 103 εκατ. ευρώ, ενώ η τεχνική υποστήριξη ορίζεται ως Microsoft Unified Enterprise Support.
Η επιλογή του Azure δεν είναι από μόνη της παράνομη ούτε αποδεικνύει οικονομικό σκάνδαλο. Το κρίσιμο ζήτημα είναι διαφορετικό. Αν ένας ανοικτός διαγωνισμός μπορεί να θεωρείται πραγματικά ανταγωνιστικός όταν η τεχνολογική λύση έχει ήδη ονοματιστεί και δεν συνοδεύεται από τη δυνατότητα προσφοράς ισοδύναμης λύσης.
Ο νόμος για τις δημόσιες συμβάσεις θέτει περιορισμούς στην αναφορά συγκεκριμένης προέλευσης, κατασκευής ή εμπορικού σήματος όταν αυτή ευνοεί ή αποκλείει επιχειρήσεις, εκτός αν η αναφορά δικαιολογείται από το αντικείμενο της σύμβασης και συνοδεύεται, κατά κανόνα, από τη διατύπωση «ή ισοδύναμο». Αν πράγματι το «ή ισοδύναμο» απουσιάζει δίπλα στην ονομαστική απαίτηση για Azure, τότε η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει δημόσια και αναλυτικά γιατί απέκλεισε εξαρχής κάθε εναλλακτική αρχιτεκτονική.
Οι όροι που φέρονται να «φωτογραφίζουν» τον ανάδοχο
Ακόμη βαρύτερες είναι οι καταγγελίες για τα κριτήρια συμμετοχής. Το Ινστιτούτο υποστηρίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει σωρευτικά να έχουν εκτελέσει σύμβαση cloud στη συγκεκριμένη πλατφόρμα, αξίας άνω των 50 εκατ. ευρώ, να διαθέτουν σειρά εταιρικών πιστοποιήσεων της Microsoft, να προσκομίσουν βεβαίωση του ίδιου του κατασκευαστή και να εμφανίζουν μέσο ετήσιο κύκλο εργασιών περίπου 253 εκατ. Ευρώ. Η πιο ασυνήθιστη απαίτηση, όμως, είναι άλλη. Ο υπεύθυνος ή ο αναπληρωτής υπεύθυνος του νέου έργου πρέπει να είχε αντίστοιχο ρόλο στο έργο που χρησιμοποιείται για την απόδειξη της προηγούμενης εμπειρίας.
Εφόσον επιβεβαιωθεί ότι στην ελληνική αγορά μόνο ο προηγούμενος ανάδοχος μπορεί να καλύψει σωρευτικά αυτές τις προϋποθέσεις, τότε η διαδικασία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα ουσιαστικού ανταγωνισμού. Μια προκήρυξη για να φέρει τον τίτλο «ανοικτός διεθνής διαγωνισμός» θα πρέπει να μπορεί πραγματικά να προσελκύσει περισσότερους από έναν υποψηφίους.
Η κυβέρνηση και η Κοινωνία της Πληροφορίας οφείλουν, επομένως, να απαντήσουν σε ένα απλό και μετρήσιμο ερώτημα. Πόσες επιχειρήσεις εκτιμά η αναθέτουσα αρχή ότι μπορούν να συμμετάσχουν με βάση το σύνολο των όρων; Αν η απάντηση είναι «μία», τότε το πρόβλημα είναι βαθιά θεσμικό και όχι επικοινωνιακό.
Διπλάσια δαπάνη χωρίς δημοσιευμένη σύγκριση
Η νέα σύμβαση προβλέπει βασική δαπάνη περίπου 126,6 εκατ. ευρώ, η οποία μπορεί, με την προαίρεση, να φτάσει τα 235,5 εκατ. ευρώ. Δημοσιεύματα του κλάδου επιβεβαιώνουν αυτό το συνολικό οικονομικό μέγεθος.
Κατά την ανάλυση του Ινστιτούτου, η προβλεπόμενη ετήσια κατανάλωση cloud ανεβαίνει από περίπου 23,8 εκατ. ευρώ σε 51,5 εκατ. ευρώ, ενώ με την προαίρεση μπορεί να προσεγγίσει τα 77 εκατ. ευρώ ετησίως. Το υψηλότερο επίπεδο πραγματικής ετήσιας κατανάλωσης που επικαλείται η ανάλυση ήταν 26,9 εκατ. ευρώ το 2025.
Η καταγγελία του ΙΝΑΤ ξεπερνά την λογική του ότι «το έργο είναι ακριβό». Είναι ότι το οικονομικό πλαφόν σχεδόν διπλασιάζεται χωρίς να έχει δημοσιευθεί ολοκληρωμένη μελέτη συνολικού κόστους, σύγκριση με ανταγωνιστικές cloud λύσεις ή αντιπαραβολή με την ανάπτυξη ιδιόκτητης κρατικής υποδομής. Το Ινστιτούτο αντιπαραβάλλει το νέο μοντέλο με προμήθεια του 2023, κατά την οποία η ίδια αναθέτουσα αρχή φέρεται να απέκτησε ιδιόκτητη υποδομή 7.168 πυρήνων και αποθηκευτικού χώρου 10 PB με κόστος 15,7 εκατ. ευρώ.
Οι δύο λύσεις δεν είναι αυτομάτως απολύτως συγκρίσιμες καθώς το δημόσιο cloud περιλαμβάνει διαφορετικές υπηρεσίες, δυνατότητα κλιμάκωσης, λογισμικό, τεχνική υποστήριξη και λειτουργικό κόστος. Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται επίσημη μελέτη συνολικού κόστους. Χωρίς αυτήν, ο πολίτης καλείται να αποδεχθεί μια επιλογή εκατοντάδων εκατομμυρίων χωρίς να γνωρίζει ποιες εναλλακτικές εξετάστηκαν και γιατί απορρίφθηκαν.
Το κράτος μπαίνει στο νέφος αλλά δεν προβλέπεται πώς θα βγει
Ίσως η πιο πολιτικά επικίνδυνη πλευρά της υπόθεσης είναι η απουσία μιας καθαρής στρατηγικής εξόδου. Η διακήρυξη, σύμφωνα με το Ινστιτούτο, επενδύει χιλιάδες ανθρωπομήνες και σημαντικό τμήμα της βαθμολογίας στη γρήγορη μετάπτωση συστημάτων στο Azure. Δεν προβλέπει, όμως, αντίστοιχο σχέδιο για τη μεταφορά των δεδομένων και εφαρμογών σε άλλη πλατφόρμα ή σε κρατική υποδομή μετά τη λήξη της σύμβασης. Οι έννοιες «ρήτρα εξόδου», «αντιστρεψιμότητα», «φορητότητα δεδομένων» και «στρατηγική εξόδου» φέρονται να απουσιάζουν από το κείμενο. Αυτό δημιουργεί τον κλασικό κίνδυνο του vendor lock-in καθώς όσο περισσότερα συστήματα μεταφέρονται σε μια συγκεκριμένη πλατφόρμα και όσο λιγότερο σχεδιάζεται η έξοδος, τόσο ακριβότερη και δυσκολότερη γίνεται κάθε μελλοντική αλλαγή προμηθευτή. Η εξάρτηση δεν τελειώνει μαζί με τη σύμβαση. Μπορεί να επιβιώσει για πολλά χρόνια μετά, μέσα από τεχνικές ασυμβατότητες, κόστη μεταφοράς, απώλεια τεχνογνωσίας και φόβο διακοπής κρίσιμων υπηρεσιών. Έτσι, κάθε επόμενη κυβέρνηση θα βρίσκεται μπροστά στο ίδιο δίλημμα. Παράταση ή επιχειρησιακό ρίσκο.
Υγεία, συντάξεις και δεδομένα πολιτών
Στο συγκεκριμένο νέφος δεν αποθηκεύονται αδιάφορα διοικητικά αρχεία. Η ανάλυση αναφέρει ότι εκεί λειτουργούν ή φιλοξενούνται συστήματα όπως η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, ο Ατομικός Ηλεκτρονικός Φάκελος Υγείας, το σύστημα πληρωμής συντάξεων και το Μητρώο Νεοπλασματικών Ασθενειών. Γι’ αυτό η υπόθεση ξεπερνά τα στενά όρια μιας δημόσιας προμήθειας. Αφορά την ψηφιακή κυριαρχία, την προστασία προσωπικών δεδομένων και τη δυνατότητα της ελληνικής διοίκησης να διατηρεί πραγματικό έλεγχο πάνω στις υποδομές της. Το Ινστιτούτο καταγγέλλει επίσης ότι η γεωγραφική δέσμευση για τη φιλοξενία των δεδομένων χαλαρώνει, από συγκεκριμένο κέντρο δεδομένων της Ιρλανδίας σε κέντρα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, σε άλλο σημείο, γενικότερα «εντός της Ευρώπης». Αναφέρει ακόμη προηγούμενες μετακινήσεις φορτίων προς Ολλανδία και Γερμανία μέσω τροποποιήσεων της υφιστάμενης σύμβασης. Οι καταγγελίες αυτές χρειάζονται πλήρη απάντηση από την αναθέτουσα αρχή, την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και το αρμόδιο υπουργείο. Ποια δεδομένα βρίσκονται πού, με ποια νομική βάση, ποιος εγκρίνει τη μετακίνησή τους και πώς εξασφαλίζεται ότι το Δημόσιο διατηρεί τον ουσιαστικό έλεγχο;
To άρθρο Καταγγελία Τσίπρα για τη μεγάλη «μπίζνα» του κυβερνητικού cloud: Όροι που «φωτογραφίζουν» έναν μόνο υποψήφιο δημοσιεύτηκε στο NewsIT .